τριήρης

τριήρης
(-ους) η ист. триера

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "τριήρης" в других словарях:

  • τριήρης — a trireme fem acc pl (attic epic doric ionic) τριήρης a trireme fem nom/voc pl (doric ionic aeolic) τριήρης a trireme fem nom sg (ionic) τριήρης a trireme fem nom pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τριήρης — Πολεμικό πλοίο των αρχαίων Ελλήνων. Είχε 3 υπερκείμενες σειρές κουπιά και επίσης 2 ιστία και 2 πανιά και κύριο όπλο της ήταν το έμβολο, κάτω από την πλώρη. Η πρώτη τ. φαίνεται πως κατασκευάστηκε στην Κόρινθο κατά το τέλος του 8ου αι. π.Χ. και από …   Dictionary of Greek

  • τριήρης — η ους, πληθ. εις, πολεμικό πλοίο των αρχαίων Ελλήνων με τρεις σειρές κουπιά σε κάθε πλευρά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τριήρει — τριήρης a trireme fem nom/voc/acc dual (attic epic ionic) τριήρεϊ , τριήρης a trireme fem dat sg (epic ionic) τριήρης a trireme fem dat sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τριήρεες — τριήρης a trireme fem nom/voc pl (epic ionic) τριήρης a trireme fem nom pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τριήρεις — τριήρης a trireme fem nom/voc pl (attic epic ionic) τριήρης a trireme fem nom pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τριήρη — τριήρης a trireme fem acc sg (attic epic doric ionic) τριήρης a trireme fem nom/voc/acc dual (doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Триера — (τριήρης) у древних греков трехгребное судно, на котором гребцы располагались в три яруса. Гребцы размещались у обоих бортов Т.; сидевшие в первом, верхнем ярусе назывались франитами (θρανϊται). Немного ниже сидели зевгиты (ζευγιται), еще ниже… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • τριηρέων — τριήρης a trireme fem gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τριηρῶν — τριήρης a trireme fem gen pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τριῆρες — τριήρης a trireme fem voc sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»